Το νούµερο 4 2 3 2 0 ήταν µια Ελληνίδα αγωνίστρια

Το νούµερο 4 2 3 2 0 ήταν µια Ελληνίδα αγωνίστρια

Προς το Προεδρείο της Ηµερίδας για τη διεκδίκηση των γερµανικών αποζηµιώσεων
Είµαι µια από τις 16 Ελληνίδες κρατούµενες στο χιτλερικό στρατόπεδο του Μπούχενβαλντ, που επέζησαν. Και επειδή βρίσκοµαι στο νοσοκοµείο χειρουργηµένη και δεν µπορώ να παραβρεθώ στην Ηµερίδα σας, στέλνω µια µικρή ανάµνηση
από εκείνο το κάτεργο.
[…] Στεκόµουν, όπως όλες µας, µπροστά στον τόρνο, όπου οι ναζί µάς υποχρέωναν να δουλεύουµε επί 12 ώρες, λειαίνοντας φονικούς κάλυκες για τις σφαίρες. Κάποια στιγµή αφαιρέθηκα, και το βουητό του τόρνου γίνηκε το βουητό του τρένου, που µε
ταξίδευε στον τόπο µου, το νησί του Ευρίπου. Με τη φαντασία µου βρέθηκε στην πατρίδα µου, την όµορφη Λίµνη. Στο πατρικό µου σπίτι. Στεκόµουν στην κουζίνα, κοντά στο παράθυρο, κι έβλεπα τις πευκοβελόνες να τρυπώνουν µέσα απ’ τη σήτα, κι ανάσαινα τη µοσκιά του πεύκου. Στο ρυθµό του τόρνου άκουγα τον αργαλειό της µητέρας µου και τη φωνή της: «Κορίτσια! Τον καφέ και το βύσσινο του πατέρα σας!…»
Ήταν αποµεσήµερο. Καλοκαίρι. Σ’ αυτή τη θέση καθόταν ο πατέρας µας ξυπνώντας το απόγευµα και ρουφούσε, µαζί µε τον καφέ του, το άρωµα του πεύκου. Μπροστά απ’ τα µάτια µου πέρασαν οι µορφές των δικών µου. Τις κρατούσα πάντα µέσα µου σαν φυλαχτό, και αναδύονταν στις πιο κρίσιµες στιγµές. Έπιασα κουβέντα µε τα χέρια τους. Αναρωτιόµουν σε ποιο χέρι φορούσε ο πατέρας το δαχτυλίδι µε την πέτρα, που πριν λίγα χρόνια ακόµα το στιφογύριζα στο δάχτυλό µου παίζοντας…

Η µητέρα, θυµήθηκα, φορούσε τη βέρα της στο µεσαίο δάχτυλο. Θα φορούσα, άραγε, ποτέ βέρα εγώ;
Ξαφνικά, ένας κάλυκας σφύριξε στο αυτί µου. Τον είχε πετάξει η οµπερίνα, µε άχτι. Η χιτλερίνα επιστάτρια που µας παρακολουθούσε. Ένιωσε, φαίνεται, πως το νούµερο 42320 ταξίδευε αλλού. Είχε για λίγες στιγµές δραπετεύσει από την κόλασή του. Είχε διαπράξει έγκληµα. Από νούµερο, τόλµησε να
ξαναγίνει άνθρωπος. Ένα κορίτσι που ονειρευόταν. Όχι! Έπρεπε, ώσπου να πεθάνω, να είµαι το νούµερο 42320 και τίποτε άλλο…

Ανταλλάξαµε µατιές µε τις συµπατριώτισσές µου. Μιλούσαµε µόνο µε τα µάτια. Πονάµε, πεινάµε, παγώνουµε, καιγόµαστε στον πυρετό και δουλεύουµε. Τα µάτια µόνο µάς αποµένουν για να µιλάµε µεταξύ µας.
Χωρίς σπασµωδικές κινήσεις, για να µην υποψιαστεί τίποτε η οµπερίνα, σκύβω στο κασονάκι όπου έπεφταν οι κάλυκες και, όσο πιο γρήγορα µπορούσα, τους ανακατεύω: να µην ανακαλύψει στον έλεγχο τις ρωγµές που έκανε ένα σιδεράκι, που βάζαµε στο κοπίδι του τόρνου, βγάζοντας σκάρτους, ακατάλληλους για το φονικό
προορισµό τους, κάλυκες.
Αυτό το οργανωµένο σαµποτάζ από όλες µας ήταν η εκδίκησή µας, η ανάσα ζωής, η περηφάνεια µας. Η οµπερίνα αποµακρύνθηκε κι εγώ, καθώς χάιδευα τους σκάρτους κάλυκες, ένιωσα ν’ αναβλύζει από βαθιά µέσα µου το επονίτικο τραγούδι µας της Αντίστασης.
Συνεχίζαµε, κι απ’ αυτό το έσχατο µετερίζι, τον αγώνα του λαού µας. Της γενιάς µας.
Ανυπόταχτες!  Άνθρωποι !  Όχι νούµερα…

Λούλα Βλαχούτσικου-Γιαννακοπούλου
Κρατούµενη στα στρατόπεδα Ράβενσπρουκ και Μπούχενβαλντ
Γενικό Κρατικό Νοσοκοµείο, Νοέµβριος 1998

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:

ΜΑΥΡΗ ΒΙΒΛΟΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

 

 

Both comments and trackbacks are currently closed.
%d bloggers like this: